Πάρος

Mπορείς να μου πεις ένα όνομα που να μοιάζει με αγέρα και να μοιάζει με θάλασσα ;  Και να μοιάζει με του oρεινού λιμανιού τη σκοτεινιά; Ακούω  τα κύματα , το μικρό μου βουνό, της χαμένης ακρογιαλιάς το θoλό μυστικό. Στο λαβύρινθο μέσα του σταχτιού σου φιλιού άφησα ένα κοχύλι του χλωμού μου λαιμού. Κι όπου να’ ναι θα πέσει στου κορμιού σου την αίθουσα και στα χέρια του  υγρού σου θαλασσιού φεγγαριού . Μα του πόθου τα μέρη , κρίμας, φύγαν και μέθησα , απ’ την άκρη της σκέπης του λιγνού σου ματιού.
Πες μου , πες μου ένα ρήμα που να μοιάζει με θάλασσα κι αέρα στο κάστρο της κρυμμένης μας νιότης .
Άκου , άκου το πλοίο , μας αφήνει και χάνεται και πνιγμένος το ψάχνεις μες στον ορίζοντα. Όταν θα’χεις μια χούφτα άμμο σφιχτή θα μου πεις τη σιγή μετρημένη με αισθήματα.
Μπορείς να μου πεις μια λέξη που να μοιάζει με λευκά σοκάκια λουλουδάνθιστα μες το χειμώνα; Ένα δάκρυ ένα ψέμα κι άλλο λίγο θα πιστέψεις πως η άνοιξη το καλοκαίρι , είναι μέσα σου ακόμα.
Σε κοιτούν κι αποκρίνεσαι, μια θoλά μια αιχμηρά , που ακόμα κι  αν κρίνεσαι για του γέλιου σου την τόλμη , ξεκινάς να μου δίνεσαι λίγο πιο σταθερά.
Πες μου, πες μου μια λέξη που τα βράχια να λούσει με αλμύρα και σκέψη για του κόσμου τη χαρά. Μες της  πόλης την αίσθηση , του νησιού την παραίσθηση, πας και φεύγεις και αφήνεσαι σαν το κύμα στη στεριά.
Άκου, άκου τα κύματα  λίγη νότα αλμυρή , μόνο ο ήλιος κι ανοίγματα στων ματιών σου την υγρή , μάταιη και όμορφη γη.
Φύσα λίγο στον άνεμο , θέλει θέρμη η αγάπη , θελει κίνηση η όρεξη και περπάτημα με τα χέρια και τον χτύπο της καρδιάς της κλειστής.
Αν μέσα στα μάτια του στήθους σου δεν υπάρχει αγκαλιά, πιασ’ τα κύματα κι άσε, όπου σε πάει η κρύα χειμωνιάτικη ακρογιαλιά.
Μπορείς να μου πεις μια λέξη που να μοιάζει με έρωτα και με κύμματα παλίρροιας; Η σελήνη μας φαίνεται πίσω εκεί από το κάστρο  και ο ήλιος μας πιάνεται μες του πόθου το άστρο.
Άκου άκου τα σύμφωνα που ηχούν στη σπηλιά, άρθρα , λέξεις και ποιήματα στη θολή σου ματιά. Μιας βουής τα σκιρτήματα , όλη η λέξη της ζωής σου, πες την, πες την και αφήσου, άκου, άκου κοιμήσου.
Μπορείς να μου πεις όλο το ανέιπωτο της σκέψης σου όταν με κοιτάς;
Είναι ο ουρανός , η άβυσσος ατέλειωτη για να σε ζωγραφίσω, για να σε γράψω μια αυταπάτη, για να σε αγγίξω  μια άγουρη πυγμή . Και τα 24 γράμματα ποτέ δε θα μας φτάσουν , και οι 7 νότες και τα μυριάδες χρώματα , πες μου , άκου , κοίτα , ένα νεύμα και θ’ αλλάξω ζωή .

Νάουσα, 14-11-2010

This entry was posted in poetry therapy, Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Πάρος

  1. ΔΑΦΝΗ says:

    Νομιζω πως το χω ζησει αυτο…απλα το εχω βιωσει και καθως διαβαζα το ποιημα σου το σωμα θυμηθηκε…η ψυχη θυμηθηκε, οσα επρεπε ν ‘αφησει πισω…και τοσο απλη ειναι η ποιηση, τοσο σημαντικη οταν σε κανει οχι να καταλαβαινεις αλλα να νιωθεις…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>